Όταν ο φόβος δεν είναι εχθρός, αλλά μήνυμα

Όταν ο φόβος δεν είναι εχθρός, αλλά μήνυμα

Ο φόβος είναι από τα πιο ισχυρά και καθολικά συναισθήματα του ανθρώπου. Δεν είναι απλώς ένα ερέθισμα επιβίωσης, αλλά μια πολύπλοκη βιοψυχολογική εμπειρία που εμπλέκει το σώμα, τον εγκέφαλο, τις αναμνήσεις και τις σχέσεις μας.
Όπως γράφει ο Gabor Maté (2003), ο φόβος είναι ένα μήνυμα του σώματος που μας ενημερώνει ότι κάτι βαθύ μέσα μας δεν αισθάνεται ασφάλεια. Όταν αγνοούμε αυτό το μήνυμα, το σώμα «μιλά» μέσα από ένταση, άγχος ή ακόμα και ασθένεια (When the Body Says No).

Ο φόβος δεν είναι εχθρός είναι σήμα. Ένας ψίθυρος που μας καλεί να προσέξουμε αυτό που πονά ή αυτό που παραμελήσαμε.
Στη ρίζα του βρίσκεται η ανάγκη για ασφάλεια, σύνδεση και νόημα.
Η κατανόηση του φόβου, επομένως, δεν μπορεί να περιοριστεί στη βιολογία ή στην ψυχολογία χρειάζεται να δούμε και τις δύο διαστάσεις μαζί.

Ο εγκέφαλος του φόβου

Ο φόβος είναι πρωταρχικά Νευροβιολογική αντίδραση. Όταν αντιλαμβανόμαστε απειλή, ενεργοποιείται η αμυγδαλή που το κέντρο του συναισθηματικού εγκεφάλου που στέλνει σήματα κινδύνου σε όλο το σώμα. Η ενεργοποίηση αυτή προκαλεί απελευθέρωση ορμονών στρες, όπως η αδρεναλίνη και η κορτιζόλη, που προετοιμάζουν τον οργανισμό για φυγή ή μάχη (LeDoux 1996,  McEwen 2007).

Ταυτόχρονα, ο προμετωπιαίος φλοιός προσπαθεί να αξιολογήσει το πόσο ρεαλιστική είναι η απειλή και να ρυθμίσει την ένταση της αντίδρασης. Όταν αυτό το σύστημα δυσλειτουργεί, όπως σε χρόνιο στρες ή τραυματικές εμπειρίες η αμυγδαλή κυριαρχεί, προκαλώντας υπεραντιδραστικότητα φόβου (Milad & Quirk 2012; Rauch et al. 2006).

Ο ιππόκαμπος συμβάλλει στο να συνδέσουμε τον φόβο με συγκεκριμένες εμπειρίες και πλαίσια. Όταν η μνήμη τραύματος είναι έντονη, ο ιππόκαμπος δυσκολεύεται να τοποθετήσει το γεγονός στο παρελθόν, με αποτέλεσμα ο εγκέφαλος να το ξαναζεί στο παρόν (van der Kolk 2014).

Αυτός ο κύκλος ενεργοποίησης εξηγεί γιατί το σώμα και το συναίσθημα δεν μπορούν να ξεχωρίσουν πάντα το «πραγματικό» από το «θυμισμένο» φόβο  γιατί, όπως δείχνει ο Siegel (2012), ο εγκέφαλος δεν είναι απλώς ένα όργανο σκέψης αλλά μια σχέση που διαμορφώνεται μέσα από την εμπειρία της ασφάλειας.

Νευροβιολογία, μάθηση και αποθήκευση του φόβου

Ο φόβος μαθαίνεται. Η μάθηση φόβου (fear conditioning) εξηγεί πώς ένα ουδέτερο ερέθισμα συνδέεται με μια δυσάρεστη εμπειρία και ενεργοποιεί τον μηχανισμό επιβίωσης (Maren & Quirk 2004). Η αμυγδαλή διατηρεί αυτή τη μνήμη και ο ιππόκαμπος την τοποθετεί σε πλαίσιο.

Η διαδικασία της εξασθένισης (extinction) είναι η εκμάθηση ενός νέου προτύπου ασφάλειας, όχι η διαγραφή του φόβου (Milad & Quirk 2012).

Ο προμετωπιαίος φλοιός λειτουργεί σαν ρυθμιστής, αναστέλλοντας την αντίδραση της αμυγδαλής όταν το ερέθισμα δεν είναι πλέον απειλητικό.

Ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι σε χρόνιο στρες ο άξονας HPA (υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια) απελευθερώνει υπερβολική κορτιζόλη, μεταβάλλοντας τη νευροπλαστικότητα και τη λειτουργία του εγκεφάλου (McEwen 2007).

Η υπερέκκριση αυτή διατηρεί το σώμα σε διαρκή ετοιμότητα, εμποδίζοντας την εμπειρία ηρεμίας.

Το σώμα ως καθρέφτης του φόβου

Ο Μιχάλης Καλλιφρονάς (2018), συνδέοντας την ψυχοθεραπεία με τις νευροεπιστήμες, υποστηρίζει ότι το σώμα δεν είναι παθητικός δέκτης του φόβου, αλλά ενεργό μέρος της εμπειρίας. Ο φόβος καταγράφεται στους μυς, στην αναπνοή, στον καρδιακό ρυθμό· χαράσσεται στο νευρικό σύστημα και επηρεάζει τη ρύθμιση της ενέργειας.

Στο βιβλίο του στο κεφάλαιο για την Πολυπαρασυμπαθητική Θεωρία του Stephen Porges (2011) εξηγεί ότι η αίσθηση ασφάλειας ή απειλής είναι πρωτίστως σωματική. Το πνευμονογαστρικό νεύρο λειτουργεί ως αισθητήρας που ανιχνεύει το περιβάλλον για σήματα κινδύνου. Όταν αντιλαμβάνεται απειλή, ενεργοποιεί αυτόματα αντιδράσεις «πάλης, φυγής ή παγώματος».

Έτσι, ο φόβος δεν είναι λάθος, είναι μηχανισμός προστασίας. Το πρόβλημα ξεκινά όταν αυτός ο μηχανισμός μένει διαρκώς ενεργός, ακόμη και χωρίς πραγματική απειλή. Τότε, η φυσιολογία της επιβίωσης μετατρέπεται σε ψυχική κόπωση, σωματικά συμπτώματα και αποξένωση.

Ο φόβος ως τραύμα

Όταν ο φόβος είναι παρατεταμένος ή συνδεδεμένος με απώλεια και εγκατάλειψη, γίνεται τραύμα.
Ο van der Kolk (2014) έδειξε ότι ο εγκέφαλος του τραυματισμένου ανθρώπου λειτουργεί σε «μόνιμη επιφυλακή»: η αμυγδαλή υπερδραστηριοποιείται, ενώ ο προμετωπιαίος φλοιός που είναι το κέντρο αυτορρύθμισης, υπολειτουργεί.

Ο G. Maté (2022) προσθέτει ότι ο φόβος είναι η σκιώδης πλευρά της αποσύνδεσης. Όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε περιβάλλον όπου η αποδοχή δίνεται υπό όρους ή η τρυφερότητα απουσιάζει, μαθαίνει να φοβάται την ίδια τη σχέση.

Στην ενήλικη ζωή, αυτός ο φόβος μεταμορφώνεται σε συνεχή ανησυχία, άγχος ή ανάγκη ελέγχου ένα είδος υπόγειας επιφυλακής.

Η αυτορρύθμιση και η συναισθηματική ασφάλεια μπορούν να αποκατασταθούν μόνο μέσα από νέες εμπειρίες σύνδεσης, όπου ο άνθρωπος νιώθει ότι μπορεί να εκτεθεί χωρίς να απειλείται. Αυτό είναι το πεδίο της θεραπείας.

Ο φόβος στις σχέσεις και στη θεραπεία

Ο φόβος δεν εμφανίζεται μόνο μπροστά στον κίνδυνο συχνά εκδηλώνεται με την ίδια ένταση μπροστά στην εγγύτητα.
Το να πλησιάζουμε έναν άλλον άνθρωπο σημαίνει ότι εκθέτουμε τις πιο ευάλωτες πλευρές μας και μαζί τους τον κίνδυνο να πληγωθούμε.
Όπως σημειώνει ο Carl Rogers (1961), ο άνθρωπος φοβάται να αποκαλύψει τον αληθινό του εαυτό επειδή έχει μάθει ότι η απόρριψη πονά. Πολλοί από εμάς έχουμε εσωτερικεύσει την ιδέα πως «αν δείξω ποιος είμαι πραγματικά, ίσως δεν με αγαπήσουν». Αυτός ο υπόγειος φόβος γίνεται εμπόδιο στη γνησιότητα, στη σύνδεση και στη θεραπεία.

Η προσωποκεντρική προσέγγιση βλέπει την αποδοχή και την ενσυναίσθηση ως θεραπευτικές δυνάμεις που επαναπρογραμματίζουν την εμπειρία του φόβου. Μέσα σε ένα ασφαλές θεραπευτικό πλαίσιο, ο πελάτης μπορεί να βιώσει ότι η αποκάλυψη του εαυτού του δεν φέρνει τιμωρία, αλλά κατανόηση. Όπως υποστηρίζουν οι Mearns & Thorne (2000) και οι Cooper et al. (2021), η θεραπευτική σχέση δεν λειτουργεί απλώς ως «μέσο» αλλαγής, αλλά είναι η ίδια η αλλαγή: εκεί όπου το άτομο ανακαλύπτει ότι μπορεί να είναι ο εαυτός του χωρίς φόβο.

Ο φόβος της εγγύτητας ως βιολογική εμπειρία

Από νευροβιολογική σκοπιά, η εγγύτητα ενεργοποιεί τους ίδιους μηχανισμούς με τον φόβο του κινδύνου.
Το αυτόνομο νευρικό σύστημα, και ειδικότερα το σύστημα του Πνευμονογαστρικού νεύρου (vagus nerve), ρυθμίζει διαρκώς το αν νιώθουμε ασφάλεια ή απειλή.
Σύμφωνα με τη Θεωρία του Πολυπαρασυμπαθητικού Νεύρου του Stephen Porges (2011), όταν ο εγκέφαλος εντοπίζει ασφάλεια, ενεργοποιεί το λεγόμενο ventral vagal complex, το δίκτυο που συνδέεται με την ηρεμία, την κοινωνική εμπλοκή και την ικανότητα για σύνδεση.

Αντίθετα, όταν αντιλαμβάνεται απειλή (π.χ. συναισθηματική απόρριψη, επικριτικό βλέμμα, έλλειψη κατανόησης), ενεργοποιούνται τα συστήματα πάλης, φυγής ή παγώματος.

Ο άνθρωπος μπορεί τότε να αποσυρθεί, να κλείσει το σώμα του, να σταματήσει να νιώθει. Δεν πρόκειται για επιλογή, αλλά για αυτόματη βιολογική άμυνα.

Αυτό εξηγεί γιατί πολλές φορές, στη θεραπεία, όταν προσεγγίζουμε συναισθηματικά ευαίσθητα θέματα, ο πελάτης παγώνει ή δυσκολεύεται να εκφραστεί. Δεν πρόκειται για έλλειψη εμπιστοσύνης ή θέλησης πρόκειται για έναν νευροβιολογικό μηχανισμό επιβίωσης.

Η θεραπευτική σχέση ως νευροβιολογική ρύθμιση

Όπως τονίζει ο Μιχάλης Καλλιφρονάς (2018), η θεραπευτική διαδικασία είναι μια νευροβιολογική επανεκπαίδευση. Το νευρικό σύστημα του θεραπευτή, μέσω της παρουσίας, της σταθερότητας και της συναισθηματικής ρύθμισης, «διδάσκει» στο νευρικό σύστημα του πελάτη πώς να επιστρέφει στην ασφάλεια.

Ο θεραπευτής δεν μεταφέρει μόνο λόγια ή τεχνικές μεταδίδει ρυθμό, αναπνοή, ρυθμισμένη ενέργεια.
Κάθε ήρεμη φωνή, κάθε σταθερή παύση, κάθε βλέμμα χωρίς κριτική, ενεργοποιεί το ventral vagal complex του πελάτη δηλαδή το σύστημα που επιτρέπει την κοινωνική σύνδεση και την ηρεμία.
Έτσι, μέσα από τη σχέση, το σώμα μαθαίνει εκ νέου ότι «είμαι ασφαλής, μπορώ να νιώσω, μπορώ να υπάρξω».

Αυτό είναι το σημείο όπου η ενσυναίσθηση του Rogers αποκτά νευροβιολογική διάσταση. Δεν είναι απλώς ένα συναισθηματικό εργαλείο είναι μια μορφή ρύθμισης του εγκεφάλου.
Όταν ο άνθρωπος νιώθει κατανοημένος χωρίς όρους, ο εγκέφαλος σταματά να ερμηνεύει τη σχέση ως απειλή και επιτρέπει την έκφραση.
Η καρδιακή συχνότητα σταθεροποιείται, η αναπνοή βαθαίνει, και το σώμα βγαίνει από την «επιφυλακή».

Η μεταμόρφωση του φόβου σε εμπιστοσύνη

Η θεραπεία είναι ένας ασφαλής τόπος όπου ο φόβος μπορεί να υπάρξει, να ακουστεί και να κατανοηθεί.
Όταν ο θεραπευτής δεν φοβάται τον φόβο του πελάτη, ο πελάτης αρχίζει να τον βλέπει διαφορετικά.
Σταδιακά, αυτό που κάποτε ήταν «κίνδυνος» μετατρέπεται σε ευκαιρία για οικειότητα.

Η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται αναδύεται.
Όπως ο Maté (2022) επισημαίνει, η θεραπεία δεν αφορά την εξάλειψη του φόβου, αλλά την αποκατάσταση της σύνδεσης με το σώμα, με το συναίσθημα, με τους άλλους.
Η εμπειρία της αποδοχής επιτρέπει στον άνθρωπο να μετακινείται από την αυτοπροστασία προς την αυθεντική παρουσία.

Σε αυτό το σημείο, η θεραπεία γίνεται κάτι περισσότερο από συνομιλία,
είναι μια ζωντανή εμπειρία ασφάλειας που ο εγκέφαλος και το σώμα καταγράφουν ως νέα πραγματικότητα.
Ο φόβος, τότε, δεν εξαφανίζεται μεταμορφώνεται. Από εμπόδιο γίνεται γέφυρα, από απειλή γίνεται μήνυμα.

Από τον φόβο στην κατανόηση

Ο φόβος δεν είναι εχθρός. Είναι ο τρόπος που η ψυχή μας λέει ότι κάτι χρειάζεται φροντίδα.
Όπως γράφει ο Siegel (2012), η επίγνωση του φόβου είναι βήμα προς την ολοκλήρωση και όπως τονίζει ο Maté (2003), όταν ακούμε τον φόβο μας, θεραπεύουμε όχι μόνο τον νου αλλά και το σώμα.

Η αποδοχή,  να πω «φοβάμαι» χωρίς να το ντρέπομαι είναι η στιγμή που ο εγκέφαλος αρχίζει να ρυθμίζει εκ νέου τη δραστηριότητά του.

Ο φόβος παύει να είναι πανικός και γίνεται πληροφορία παύει να είναι φυλακή και γίνεται μονοπάτι προς τη σύνδεση.

Μαρία Φιλιππακοπούλου

Προσωποκεντρική Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας

Δεν μπορείτε να αντιγράψετε το περιεχόμενο αυτής της σελίδας